Βρισκόταν σε διάσταση με την γυναίκα του Βασιλική, χωρίς ο ίδιος να το θέλει, αφού κατηγορούσε συνεχώς την πεθερά του, η οποία “της έβαζε λόγια”, όπως περιέγραφε.
Είχε καταλύσει σε μια πανσιόν στην οδό Σωνιέρου στο κέντρο της Αθήνας. Εκείνες τις ημέρες θα γνωρίσει παίζοντας χαρτιά τον Παύλο Αγγελόπουλο. Θα του εκμυστηρευτεί τα προβλήματα που είχε στο σπίτι του, κατηγορώντας την πεθερά του Αντιγόνη Μάρκου.
Ήθελε να την “βγάλει από την μέση” και ζήτησε την βοήθειά του. Ο Αγγελόπουλος αν και στην αρχή ήταν αρνητικός, τελικά πείθεται με αντάλλαγμα ένα αυτοκίνητο και ενημερώνει και τον εξάδλεφό του Θεόδωρο Καπρέτσο. Στις 4 Ιανουαρίου ο Λυμπέρης θα τους συναντήσει σε μια ταβέρνα. Θα επαναλάβει τα σχέδια του. Είχε άλλωστε προμηθευτεί μπιτόνια με βενζίνη. Καταναλώνουν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ και φεύγουν από την ταβέρνα. Ο Παύλος Αγγελόπουλος θα πει αργότερα σε μία συνέντευξη πως «αν δεν υπήρχε το ποτό, δεν θα γινότανε αυτή η καταστροφή».
Στο δρόμο θα σταματήσουν για να προμηθευτούν σπίρτα. Ο Αγγελόπουλος δειλιάζει. Εκφράζει τον φόβο του μήπως εκτός από την πεθερά του Λυμπέρη, βρίσκονται στο σπίτι η γυναίκα και τα παιδιά του. “Με πήρε και με πήγε σε ένα περίπτερο και σήκωσε το τηλέφωνο η πεθερά του. Της λέει: “Θέλω να έρθω να δω τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου”. Και του απαντάει: “Δεν είναι εδώ. Λείπουνε στο Πέραμα. Θα έρθουν μετά από πέντε μέρες. Και εγώ θα φύγω””, θα πει ο Αγγελόπουλος σε κάποια από τις καταθέσεις του αργότερα.
Έπειτα από την πώληση ενός οικοπέδου της Βασιλικής, ο Λυμπέρης ανοίγει ένα κατάστημα με μπαταρίες. Δεν τα καταφέρνει και έπειτα από λίγο καιρό αναγκάζεται να βάλει “λουκέτο”. Αυτή η εξέλιξη σε συνδυασμό με τον θάνατο του πεθερού του δημιουργεί περισσότερα προβλήματα στο ζευγάρι. Ο Λυμπέρης θα αρχίσει να κάνει μεροκάματα, όπου μπορεί, αλλά δεν είναι λίγες οι φορές που αναγκάζονται να δανειστούν χρήματα για να ζήσουν. Η Βασιλική θέλει να βοηθήσει αλλά είναι και πάλι έγκυος.
Ο Λυμπέρης έπειτα από πιέσεις πείθει την πεθερά του να πουλήσει ένα ακόμη οικόπεδο, μέρος των χρημάτων του οποίου, φρόντισε να επενδύσει σε… νεό αυτοκίνητο. Μετά τη γέννηση και του δεύτερου παιδιού, η ρήξη στις σχέσεις του ζευγαριού έγινε οριστική, αφού ο Λυμπέρης ερωτεύτηκε την Μαρία Γκίκα. Η Βασιλική το έμαθε τυχαία από ένα τηλεφώνημα και εκείνος δεν το αρνήθηκε, λέγοντας πως θέλει να την παντρευτεί. “Μετά από λίγες ημέρες, όμως, ήρθε πάλι και μου ζήτησε να τον συγχωρέσω. Μου είπε επίσης ότι στο εξής θα ήταν καλός” έγραφε η Βασιλική στο ημερολόγιό της. Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1971, Λυμπέρης αγόρασε μερικά δώρα και πήγε στο σπίτι για να επισκεφθεί τη γυναίκα και τα παιδιά του. Όμως δεν του επέτρεψαν να μπει, με αποτέλεσμα να τα δει για λίγες ώρες μέσα στο αυτοκίνητο. Στις 18 Ιανουαρίου είχαν δικαστήριο για το διαζύγιο. Η ιδέα της εκδίκησης είχε πλέον φωλιάσει στο μυαλό του.
“Ο εγκληματικός χαρακτήρας του Λυμπέρη που προϋπήρχε, τελειοποιήθηκε με την εγκατάστασή του στην πανσιόν της οδού Σωνιέρου και με τον έρωτά του προς τη Μαρία Γκίκα. Δύο, συνεπώς, είναι τα ελατήρια του Λυμπέρη: να κληρονομήσει τη σύζυγό του και να παντρευτεί τη Μαρία. Το έγκλημα διαπράχθηκε εν γνώσει του Λυμπέρη ότι, όλοι βρισκόντουσαν μέσα στο σπίτι. Για πρώτη φορά στα εγκληματικά χρονικά της χώρας μας, εμφανίζεται έγκλημα τέτοιων διαστάσεων. Και δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί απεχθές” είπε ο εισαγγελέας στην αγόρευσή του. Μια 45λεπτη διάσκεψη του δικαστηρίου το πρωινό της 7ης Μαϊού ήταν αρκετή για την ετυμηγορία. “Τετράκις εις θάνατον” είναι ποινή για τους Λυμπέρη και Αγγελόπουλο, ενώ σε τέσσερις φορές ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε ο Καπρέτσος και σε τρια έτη ο Σταμάτης για απόκρυψη της εγκληματικής δράσης των άλλων τριών.
Η εκτέλεση
Πρώτος σταθμός του Λυμπέρη ήταν οι φυλακές της Αίγινας. Θα τον κρατήσουν στα πειθαρχία γιατί δεχόταν απειλές για τη ζωή του από άλλους κρατούμενους. Λίγο καιρό αργότερα, θα βρεθεί στις φυλακές Αλικαρνασσού. Θα τεθεί σε απομόνωση, ενώ μπορούσε να βγαίνει μόλις για μισή ώρα την ημέρα από το κελί του, όταν οι υπόλοιποι κρατούμενοι είχαν επιστρέψει στα δικά τους.
Στις 24 Αυγούστου θα ενημερωθεί πως η αίτηση χάριτος απορρίφθηκε. Θα συντάξει ένα γράμμα προς τη μητέρα του. “Σε πίκρανα και σε γέμισα πόνο και θλίψη, καθώς και τον πατέρα, τα αδέλφια μου, τον Γιάννη, τη Σοφία, το Φλωράκι και τη νονά” θα γράψει ζητώντας συγχώρεση για τον πόνο που της προκάλεσε. Στις λίγες αράδες που έγραψε δεν υπήρξε καμία αναφορά για την οικογένειά του, ούτε καν για τα δύο παιδιά του, που έφυγαν από τα δικά του χέρια. Άφησε το γράμμα στο κρεβάτι του και παρακάλεσε να έλθει ο ιερέας της ενορίας για να τον κοινωνήσει.
Τα ξημερώματα της 25ης Αυγούστου θα επιβιβαστεί στο όχημα που τον μετέφερε στον τόπο της εκτέλεσης, το πεδίο βολής της Σχολής Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού. Η θανατική ποινή δια τυφεκισμού προϋποθέτει εθελοντές. Έτσι, το προηγούμενο απόγευμα ο διοικητής της ΣΕΑΠ απευθύνθηκε στους στρατιώτες και αφού περιέγραψε γλαφυρά το έγκλημα του Λυμπέρη, αναζήτησε τους πρόθυμους. Τριάντα στρατιώτες βγήκαν μπροστά και επελέγησαν δώδεκα.
Η διαδικασία βάση του νόμου, απαιτούσε ένα στρατιωτικό απόσπασμα αποτελούμενο από 12 άνδρες, αλλά μόνο τα έξι τουφέκια θα έπρεπε να έχουν κανονικές σφαίρες προκειμένου κανείς να μην γνωρίζει με σιγουριά ποιοι σκότωσαν. Η ώρα της εκτελέσης ήταν η στιγμή που χαράζει, για να μπορέσει ο μελλοθάνατος να αντικρίσει για τελευταία φορά τον ήλιο. Ο Λυμπέρης λίγα λεπτά πριν ξημερώσει ζήτησε να του δέσουν τα μάτια.
Το παράγγελμα «πυρ» ακολούθησαν πυροβολισμοί, που γάζωσαν το σώμα του Βασίλη Λυμπέρη. Ήταν η σειρά του επικεφαλής υπολοχαγού να εκτελέσει τη χαριστική βολή. Ήταν όμως πολύ ταραγμένος. Ζήτησε από έναν επιλοχία να αναλάβει. Ούτε εκείνος ήταν σε καλύτερη κατάσταση. Άφησε το περίστροφο και πήρε ένα αυτόματο όπλο. Απέστρεψε το βλέμμα του και αντί για μια σφαίρα, από την κάννη του όπλου έφυγαν περισσότερες παραμορφώνοντας το πρόσωπο του νεκρού. Ο συγκεκριμένος επιλοχίας θα απαλλαγεί των καθηκόντων του έξι μήνες αργότερα. Δεν μπόρεσε ποτέ να διαχειριστεί αυτό που κλήθηκε να κάνει.
Για την ίδια μέρα είχε ορισθεί και η εκτέλεση του Παύλου Αγγελόπουλου στην Κέρκυρα ο συνεργός του Παύλος Αγγελόπουλος. Όμως ο δικτάτορας Παπαδόπουλος του έδωσε χάρη λόγω του νεαρού της ηλικίας του, αφού την στιγμή τέλεσης της δολοφονίας δεν είχε κλείσει τα 18 του χρόνια. Μετά την πτώση της χούντας, η εσχάτη των ποινών μετατράπηκε σε ισόβια και ο Αγγελόπουλος στα μέσα της δεκαετίας του ’90 αποφυλακίστηκε.
Ο Βασίλης Λυμπέρης ήταν ο τελευταίος θανατοποινίτης που εκτελέστηκε στην Ελλάδα.
Πηγή: Έθνος





Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
ΔΗΜΟΣΊΕΥΣΗ ΣΧΟΛΊΟΥ
Τα σχόλια στό 07magazine men'sblogspot υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων είναι (αστική και ποινική) και βαρύνει τους σχολιαστές.