Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Το ελληνικό εργοστάσιο που έφτασε τους 1.000 εργάτες και κατέληξε ερείπια

Η βιομηχανία που στη βιβλιοθήκη της είχε 3.500 τόμους επιστημονικά βιβλία
Η ιστορία της οδού Πειραιώς είναι μεγάλη και τα εργοστάσια που υπήρχαν στο δρόμο σήμα κατατεθέν. Μέσα στα σημερινά μισογκρεμισμένα κτίρια και τα ερείπια έχουν γραφεί ορισμένες από τις μεγαλύτερες βιομηχανικές επιτυχίες της χώρας.


Πρώτη στην Πειραιώς εγκαταστάθηκε η ΧΡΩΠΕΙ, η «Χρωματουργεία Πειραιώς». Μια εταιρεία δημιούργημα των χημικών Σπήλιου και Λεόντιου Οικονομίδη που εξελίχθηκε σε μια βιομηχανία που έφτιαξε από χρώματα και φάρμακα μέχρι όπλα.

Εμφανίσθηκε το 1883, αρχικά ως μικρή ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «Σπήλιος Α. Οικονομίδης και Σία».

Η ΧΡΩΠΕΙ εξελίχθηκε ως κλάδος της χημικής βιομηχανίας ύστερα από την εργαστηριακή ανακάλυψη της ανιλίνης, παραγώγου του άνθρακα, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή συνθετικών χρωστικών υλών, οι οποίες υποκατέστησαν τα φυσικά χρώματα κυρίως στην κλωστοϋφαντουργία.

Ο ιδρυτής της, Σπήλιος Οικονομίδης σπούδασε χημεία στο Γκρατς και υπήρξε συνεργάτης του Γερμανού Άντολφ Μπάγιερ.

Τα πρώτα βήματα της ΧΡΩΠΕΙ έγιναν σε μια δύσκολη εποχή για τη βιομηχανία, όμως ακόμη και τότε αρκετοί ήταν αυτοί που αναλάμβαναν το ρίσκο.

Όπως ήταν αναμενόμενο η επιχείρηση ήταν οικογενειακή. Σε αυτήν δούλεψαν τα τέσσερα αδέρφια του Σπήλιου, ο Λεόντιος, ο Κλεομένης, ο Χαρίλαος και ο Γεώργιος, αλλά και άλλοι συγγενείς όπως ο Σωτήριος Σοφιανόπουλος και ο Αχιλλέας Καραμεσίνης.

Ο λεγόμενος «Κύκλος της Ζυρίχης»
Στενός συνεργάτης του Σπήλιου Οικονομίδη ήταν ο Λεόντιος, στον οποίο οφείλεται η επέκταση και ακμή της επιχείρησης και η μετατροπή της σε ανώνυμη εταιρεία. Ο Λεόντιος Οικονομίδης, είχε κι αυτός σπουδάσει χημεία στο Μόναχο και συνέχισε στη Ζυρίχη.

Ο «Κύκλος της Ζυρίχης» είχε ξεκινήσει για τα καλά στην Ελλάδα. Ο λεγόμενος «Κύκλος της Ζυρίχης», ήταν οι πρώτοι «εθνικοί» βιομήχανοι της χώρας.

Μέσα σε λίγα χρόνια από τη λειτουργία της, η ΧΡΩΠΕΙ κατέκτησε ηγετική θέση. Ύστερα και από την ανακάλυψη του παραγώγου του άνθρακα, την ανιλίνη, που χρησιμοποιήθηκε για την παραγωγή συνθετικών χρωστικών υλών, που υποκατέστησαν τα φυσικά χρώματα, η ΧΡΩΠΕΙ εξελίχθηκε ταχύτατα ως κλάδος της χημικής βιομηχανίας.

Ο Σπήλιος έφυγε πολύ νέος από τη ζωή, μόλις 40 χρόνων, και ο Λεόντιος ήταν αυτός που πέτυχε τη γιγάντωση της βιομηχανικής οικογενειακής επιχείρησης μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ έγινε και πρόεδρος του ΣΕΒ.

Ο Λεόντιος έκανε μεγάλα ανοίγματα στην παραγωγή νέων προϊόντων και κατάφερε να επεκτείνει τη ΧΡΩΠΕΙ σε ανώνυμη εταιρία, κατακτώντας ηγετική θέση σε ολόκληρο τον κλάδο της ελληνικής χρωματουργίας.

Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του επιτεύγματος της εποχής, η ΧΡΩΠΕΙ ξεκίνησε τα βήματά της και προχωρούσε δυναμικά σε μια εποχή που οι περισσότεροι Έλληνες δεν κατείχαν τον γραπτό λόγο, ενώ από όσους είχαν λάβει τριτοβάθμια εκπαίδευση, το 52% το έκανε στη Γερμανία και την Ελβετία.

Ταυτόχρονα ήταν μια εποχή που οι τράπεζες έδιναν χρηματοδότηση μόνο βραχυπρόθεσμη, ενώ οι περισσότεροι θεωρούσαν ότι δεν μπορούσαν να υπάρξουν βιώσιμες βιομηχανίες στην Ελλάδα γιατί η χώρα μπορούσε να είναι μόνο αγροτική.

Εκείνη την εποχή ο Οικονομίδης ίδρυσε βιομηχανία τσιμέντου, οξέων, λιπασμάτων, οινοπνευματοποιίας και άλλες πολλές.

Θεωρείται ένας των κορυφαίων Ελλήνων χημικών και από τους κυριότερους ιδρυτές και δημιουργούς της Ελληνικής βιομηχανίας.

Υπήρξε συνιδρυτής της Εταιρείας Οινοπνευματοποιίας Ελευσίνας, της Εταιρείας Τσιμέντων «ΤΙΤΑΝ», επίσης συνιδρυτής, πρωτεργάτης και διευθυντής της εταιρείας Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων, συνιδρυτής της Αγγειοπλαστικής Εταιρείας «Κεραμεικός», καθώς και άλλων εμπορικών και βιομηχανικών εταιρειών. Διετέλεσε πρόεδρος της Λιμενικής Επιτροπής Πειραιώς, ήταν συνιδρυτής του Συνδέσμου των Ελλήνων Βιομηχάνων και Βιοτεχνών, του οποίου διετέλεσε πρόεδρος για πολλά χρόνια. Κλήθηκε να διδάξει ως καθηγητής στο Πανεπιστήμιο και να συμμετάσχει ως Υπουργικός Σύμβουλος.


Σύμφωνα με την παρουσίαση που έκανε σε εκδήλωση στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης ο Ανδρέας Δαζέας, με τον τίτλο: «Η συμβολή των Νικόλαου Κανελλόπουλου, Λεόντιου Οικονομίδη και Ανδρέα Χατζηκυριάκου στην ανάπτυξη της Ελληνικής χημικής βιομηχανίας στις αρχές του 20ού αιώνα, από το 1909 το εργοστάσιο της ΧΡΩΠΕΙ τελειοποιήθηκε και ήταν σε θέση να παράγει τη σειρά των χρωμάτων για το βαμβάκι, ενώ παρήγαγε πρώτες ύλες.

Το εργοστάσιο στο τέλος του 1922 είχε 400 εργάτες, οι οποίοι σύντομα ξεπέρασαν τους 1.000.

Μόνο το υδραγωγείο της εταιρείας κόστισε 250.000 δραχμές, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή, ενώ η βιβλιοθήκη πάνω από 150.000 δραχμές. Είχε όλα τα γερμανικά επιστημονικά περιοδικά και είχε 3.500 τόμους επιστημονικά βιβλία.

Με την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, η ελληνική χρωματουργία κλήθηκε να συμβάλει στην πολεμική προσπάθεια. Διατηρήθηκε και μετά τον πόλεμο και μέχρι το 1948 εκπροσωπούνταν ακόμη από τη νέα γενιά της οικογένειας Οικονομίδη.

Δύο χρόνια αργότερα το 1950, θα περάσει στην αποκλειστική διαχείριση του Σ. Σοφιανόπουλου, την περίοδο που ο κλάδος των χρωμάτων αρχίζει να ολοκληρώνει τον κύκλο του.

Τα φάρμακα και τα όπλα
Μετά το 1950, επιχειρείται ριζικός επαναπροσανατολισμός της παραγωγής και της στρατηγικής προς άλλους τύπους προϊόντων ενώ συνεχίζεται η παρασκευή φαρμάκων και χημικών προϊόντων και η παραγωγή του διάσημου «Αλγκόν». Στη μεταπολεμική Ελλάδα του 1950 η εταιρεία πρωτοπορεί και παράγει το πολύ γνωστό ελληνικό αναλγητικό-παυσίπονο, με δραστική ουσία το ακετυλοσαλικυλικό οξύ, αλλά και την παρακεταμόλη και την καφεΐνη.

Μετά το 1974, η ΧΡΩΠΕΙ (Χρωματουργία Πειραιώς) έκανε μία προσπάθεια για την εγχώρια σχεδίαση και παραγωγή όπλων.

Το «Τυφέκιο ΧΡΩΠΕΙ» ήταν μια πρόταση στο ελληνικό δημόσιο το 1975 από την μεγάλη ελληνική εταιρεία χημικών, αλλά απορρίφθηκε και το κράτος ίδρυσε στο Αίγιο το 1976 την ΕΒΟ.


Η εταιρεία τελικά δεν τα κατάφερε. Στις αρχές του 1980 εντάσσεται στις προβληματικές επιχειρήσεις και κλείνει οριστικά λίγα χρόνια αργότερα ακολουθώντας την ίδια μοίρα με πολλές ακόμη εμβληματικές βιομηχανίες της χώρας.

πηγή 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

ΔΗΜΟΣΊΕΥΣΗ ΣΧΟΛΊΟΥ
Τα σχόλια στό 07magazine men'sblogspot υπάρχουν για να συνεισφέρουν οι αναγνώστες στο διάλογο. Η ευθύνη των σχολίων είναι (αστική και ποινική) και βαρύνει τους σχολιαστές.